Ειδήσεις και νέα του Αλίμου

Συνέντευξη με τους διεθνούς κύρους Αλιμιώτες chefs, Μίλτο και Βασίλη Καρούμπα

Συνέντευξη με τους, διεθνούς κύρους Αλιμιώτες chefs, Μίλτο και Βασίλη Καρούμπα

Μία συνάντηση και συζήτηση υψηλού επιπέδου περί γαστρονομίας, είχαμε με τους δύο διεθνώς γνωστούς Αλιμιώτες chefs, τους αδελφούς Μίλτο και Βασίλη Καρούμπα.

Και οι δύο είναι chefs παγκοσμίου κύρους. Δραστήριες προσωπικότητες, πολυάσχολοι, πανέξυπνοι και γεννημένοι και οι δύο στο Καλαμάκι. Τέτοιοι άνθρωποι, πραγματικά μας κάνουν υπερήφανους εμάς τους Καλαμακιώτες!

Ο Μίλτος Καρούμπας, έχει ανακηρυχθεί Παγκόσμιος Πρεσβευτής της Ελληνικής Γαστρονομίας και είναι Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Αρχιμαγείρων Ελλάδος.Υπήρξε επίσης, Πρόεδρος της Λέσχης Αρχιμαγείρων Ελλάδας.

Πολύ συζήτηση έχει γίνει πρόσφατα για τον νέο φούρνο-εστιατόριο «Fournos Theophilos», που άνοιξε στη Νέα Υόρκη και του οποίου το μενού έχει επιμεληθεί –ως food and beverage manager– ο Μίλτος Καρούμπας. Στα άμεσα σχέδια της επιχείρησης είναι, να ανοιχτούν 30 υποκαταστήματα σε όλη την Αμερική, που θα προσφέρουν το ίδιο μενού. Στον «Fourno Theophilos», προωθείται η greek food culture, δηλαδή η ελληνική παραδοσιακή κουζίνα.

Παράλληλα, ελέγχει τις κουζίνες και έχει την εποπτεία της γαστρονομίας στα πλοία της «Hellenic Seaways» όπου επιμελείται το μενού, «τρέχει» την δική εταιρεία (την Point Hub), ελέγχει τα μενού στα νοσοκομεία «Υγεία» και «Λητώ», έχει την ανάπτυξη των προϊόντων στην εταιρεία «Hellenic Catering» και την ανάπτυξη των δύο νέων εστιατορίων «Med Cuisine» στο Εκθεσιακό Κέντρο Metropolitan (έχοντας την εποπτεία των νέων συνταγών) και είναι στο Δ.Σ. της εταιρείας Κρητών Άρτος. Είναι παράλληλα, σύμβουλος στο τμήμα της εκπαίδευσης στα Ι.Ε.Κ. «Ακμή» και ασχολείται με πολλά άλλα projects.

Ο Βασίλης Καρούμπας είναι μέλος της παγκόσμιας οργάνωσης γευσιγνωστών ITQI, υπήρξε Αντιπρόεδρος της Λέσχης Αρχιμαγείρων Ελλάδας και μέλος της Παγκόσμιας Οργάνωσης Αρχιμαγείρων WACS. Ξεκίνησε μαζί με τον αδελφό του Μίλτο να «στήνουν» το Οutside Catering την δεκαετία του 1980, τότε που ακόμη το catering στην Ελλάδα ήταν στα σπάργανα. Επίσης, υπήρξαν και οι δύο καθηγητές σε σχολές μαγειρικής. Ο Βασίλης είναι από τους συντελεστές της επιτυχίας στο να διεξαχθεί το Παγκόσμιο Συνέδριο Αρχιμαγείρων το 2016 στην Αθήνα. Και όπως είναι φυσικό, έχει λάβει μέρος σε πολλά γαστρονομικά συνέδρια, εκθέσεις και διαγωνισμούς. Σήμερα ασχολείται κυρίως με τον ξενοδοχειακό τομέα. Αναλαμβάνει «το στήσιμο» της κουζίνας σε ξενοδοχεία ως chief consultant και κάθε καλοκαίρι, επιλέγει ένα από αυτά και αναλαμβάνει να το τελειοποιήσει με την ομάδα του.

Πότε ξεκινήσατε; Και τι σας έκανε να ασχοληθείτε με τη μαγειρική τέχνη, η οποία εκείνη την εποχή ήταν κάτι τελείως διαφορετικό από το σήμερα;

Μ.Κ.: Ξεκινήσαμε και δύο μαζί, την ίδια ημέρα σε ηλικία 14,5 χρονών. Στην αρχή, δουλεύοντας τα καλοκαίρια για να βγάζουμε ένα χαρτζιλίκι και μετά την στρατιωτική μας θητεία, κάναμε τις σπουδές μας και έκτοτε ασχολούμαστε επαγγελματικά, τα τελευταία 40 χρόνια δηλαδή. Ο αδελφός μας, Μανώλης Καρούμπας πουεργαζόταν ως chef στο Ξενοδοχείο Intercontinental, ήταν ο άνθρωπος που μας μύησε στον κόσμο της γαστρονομίας. Η τέχνη της μαγειρικής με σαγήνευσε από νωρίς, δημιουργώντας μια σχέση αγάπης που διαρκεί άσβεστη μέχρι και σήμερα. Χάρη στο μεγάλο μου πάθος για την ελληνική γαστρονομία, η διάδοσή της παγκοσμίως είναι από τις πρώτες μου προτεραιότητες. Την μαγειρική τέχνη την σπούδασα στην Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων της Ρόδου και συνέχισα με υποτροφία στην Ελβετική σχολή της Glion. Ακολούθησε εξειδίκευση στο Hotel Management και στη μαζική εστίαση στη σχολή Le Roches στο Montana της Ελβετίας. Μετά το τέλος των σπουδών μου, είχα την ευκαιρία να συνεργασθώ με ξενοδοχειακούς ομίλους, εστιατόρια και catering, ξεχωρίζοντας το Hilton, το Intercontinental, το Lagonissi hotel, την Papadacos Gate gourmet, τη Swissair Catering, την Olympic Catering κ.α

Β.Κ.: Όπως είπε και ο Μίλτος, τη μαγειρική τέχνη τη συναντήσαμε και την αγαπήσαμε πολύ νωρίς. Μας κατέκτησε από την πρώτη στιγμή και σε αυτό συνέβαλαν οι πρώτοι σεφ που μας δίδαξαν. Από αυτούς ξεχωρίζω τους Βαγγέλη Κυριαζή, Μιχάλη Αναστασάκη, Βασίλη Δεσύπρη, Σταύρο και Χρήστο Χαψά και τον αξέχαστο αδελφό μας Μανώλη Καρούμπα. Τη μαγειρική τέχνη τη σπούδασα στη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων της Ρόδου και στην Ελβετική Glion με υποτροφία. Μετά το τέλος των σπουδών μου, είχα την ευκαιρία να συνεργασθώ με μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες ως Chef (Astir Palace Elouda Mare, Grand Chalet, Hilton, Intercontinental), σε εστιατόρια (OUI, CAPTAINS, MOORINGS, IDEAL), σε εταιρείες catering (Papadacos, Swissair, Gate Gourmet, Olympic Catering), στο νοσοκομείο «Υγεία» και επί δεκαπέντε χρόνια διετέλεσα Διευθυντής του Γαστρονομικού Τμήματος της Gilli Diet και Taste ‘n Diet, έχοντας δουλέψει σκληρά και φτιάχνοντας προγράμματα με σωστές θερμίδες, με γαλλικά και ethnic μενού, φτάνοντας τις 6000 μερίδες την ημέρα!

Βοηθήσαμε επίσης στην εξέλιξη της πορείας της Λέσχης και βάλαμε τις βάσεις, ώστε να εξελιχθεί ο Έλληνας μάγειρος.

Το 2010 δημιουργήσαμε μαζί με τον Μίλτο, το project «Καλημέρα Βreakfast», σε συνεργασία με τον ΕΟΤ, που είναι ένα project για ξενοδοχεία και σκοπός του είναι να προβάλει τα ελληνικά παραδοσιακά προϊόντα. Στόχος είναι να προσφέρουμε ένα θρεπτικό πρωϊνό, ελκυστικό και να είναι 100% Ελληνικό. Ως λάτρεις της Ελληνικής γαστρονομίας προσπαθούμε να την διαδώσουμε και να την προβάλουμε με κάθε τρόπο και σε κάθε μας επαφή με ανθρώπους της διεθνούς γαστρονομίας.

Περνάει κρίση το επάγγελμα σας αυτή την δύσκολη εποχή που διανύουμε;

Μ.Κ.: Όχι, το επάγγελμά μας δεν περνάει κρίση. Απλώς, οι αμοιβές είναι μικρότερες από ότι ήταν πριν λίγα χρόνια. Παρά τούτο, η προσέλευση των μαθητών στις σχολές είναι αθρόα. Κάτι που αποδεικνύει και το ενδιαφέρον των νέων για την Ελληνική γαστρονομία.

Πιστεύετε ότι στην Ελλάδα έχουμε καλούς chefs;

Μ.Κ.: Ναι. Πιστεύω ότι έχουμε πάρα πολύ καλούς chefs και το επίπεδο έχει ανέβει πολύ τα τελευταία χρόνια. Απλά, ως εστίαση, υστερούμε στο service.

Β.Κ.: Υπάρχουν καλοί σεφ, Πάντα υπάρχουν και θα υπάρχουν. Είναι πιο εύκολο για έναν σπουδαστή σήμερα να εξελιχθεί, από ότι εμείς εκείνα τα χρόνια. Τα σύνορα έχουν ανοίξει ώστε να βλέπουν τα νέα παιδιά τις νέες τάσεις, υπάρχουν νέα μηχανήματα, υπάρχει η τηλεόραση, πολλές εκθέσεις, η Λέσχη κάνει διάφορα σεμινάρια, τους στέλνει ταξίδια κλπ.

Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο, ο οποίος ξεκινάει τώρα την καριέρα του ως chef;

M.K.: Να κρατάει χαμηλά το κεφάλι, να μιλάνε τα έργα του και όχι το στόμα του, να μαθαίνει κάθε ημέρα, να έχει σαν στόχο την εξέλιξή του, να μην μένει στάσιμος αρκούμενος σε έναν καλό μισθό. Η πρόκληση είναι αυτή που θα τον καταξιώσει.

Β.Κ.: Να μην σκαρφαλώνει με μεγάλα βήματα, να πιστεύει στον εαυτό του. Η δουλειά του chef είναι πολύ σκληρή. Υπάρχουν κίνδυνοι να μην καείς, υπάρχει η ζέστη μέσα στην κουζίνα, αλλά σημαντικό είναι να δημιουργείς , να υπάρχει καλή διάθεση και όταν υπάρχει καλό brigade, όλα βαίνουν καλώς.

Τι γνώμη έχετε για τις εκπομπές μαγειρικής που παίζουν κατά κόρον αυτόν τον καιρό στην τηλεόραση;

Μ.Κ.: Σίγουρα βοηθάνε. Συμβαίνουν και διάφορα αρνητικά όμως, αλλά ας κρατήσουμε μόνο τα θετικά.

Αγαπημένη σας κουζίνα;

Μ.Κ.: Η ελληνική, που συνδυάζει στοιχεία από διάφορες περιοχές και πολιτισμούς, με τις αξεπέραστες γεύσεις της να έχουν κάνει πολλούς φίλους στα πέρατα της γης.

Β.Κ.: Η μεσογειακή, η ελληνική αλλά και η καλή διεθνής.

Σκεφτήκατε ποτέ να ανοίξετε δικό σας εστιατόριο;

Μ.Κ.: Όχι. Αν είχαμε εστιατόριο, θα είχαμε δέσμευση. Το εστιατόριο θέλει να είσαι διαρκώς εκεί. Θα είχαμε μόνο οικονομικό κέρδος. Δεν θα είχαμε τον χρόνο να ταξιδέψουμε, να δούμε όλα όσα έχουμε δει, να πάρουμε γνώση σε παγκόσμιο επίπεδο, να επισκεφθούμε τις χώρες που έχουμε επισκεφθεί. Θα είχαμε εγκλωβιστεί μέσα σε ένα μαγαζί.

Τι σχέδια έχετε για το μέλλον;

Μ.Κ.: Θέλουμε να προωθήσουμε τον γαστρονομικό πολιτισμό σε όλες τις χώρες. Τα ελληνικά deli προϊόντα έχουν ξεχωριστή θέση, ειδικά στην Αμερική.

Β.Κ.: Μας ενδιαφέρει να εργάζεται ο κόσμος και να είναι ευχαριστημένος. Να αναδείξουμε τον Έλληνα παραγωγό. Η Ελλάδα έχει πολλά καλά προϊόντα: Κρασί, τυριά, μέλι, λάδι, παξιμάδια, ελιές, παραδοσιακά ζυμαρικά, ζυμαρικά φτιαγμένα με βουβαλίσιο γάλα και άλλα πολλά. Σημαντικό είναι να είναι αυτά στη σωστή συσκευασία, να τα παντρέψουμε ωραία στο πιάτο. Να σκεφτείτε ότι κάναμε γνωστά τα ελληνικά λουκούμια Σύρου και Τήνου και τα αμυγδαλωτά Τήνου, σε έναν διαγωνισμό που έγινε στην Κορέα! Έχουμε προωθήσει πολλά ελληνικά προϊόντα στο εξωτερικό.

Έχουμε καλά εστιατόρια στον Άλιμο;

Μ.Κ.: Καλά εστιατόρια έχουμε, αλλά λείπει το fine dining. Δηλαδή, ένα εστιατόριο που θα ξεκινήσει κάποιος από άλλη περιοχή της Αθήνας για να έρθει να δειπνήσει εδώ.

Αν θέλατε να περιποιηθείτε κάποιους ξένους, που θα τους πηγαίνατε;

Β.Κ.: Στο Kuzina, στο Ακροβόλι για ψάρι, κ.α.

Φαγητό ή γλυκό;

Μ.Κ.: Γλυκό!

Β.Κ.: Γλυκό!

Μαγειρεύετε στο σπίτι;

Μ.Κ.: Η γυναίκα μου είναι πολύ καλή μαγείρισσα και έχει αναλάβει εκείνη το μαγείρεμα στο σπίτι. Έχει ταλέντο!

Β.Κ.: Η γυναίκα μου έχει Πολίτικη καταγωγή και όπως καταλαβαίνετε η μητέρα της την έχει κάνει εξαιρετική μαγείρισσα. Οπότε, απολαμβάνω την δική της μαγειρική.

Κλείνοντας, κράτησα αυτό που μου είπαν τα δύο αδέλφια: « Η μητέρα μας ήταν πολύ καλή μαγείρισσα. Ήμασταν 7 παιδιά και καθημερινά υπήρχαν δύο με τρία διαφορετικά φαγητά στο τραπέζι. Κρατάμε πολύ στενούς οικογενειακούς δεσμούς. Κάθε Κυριακή όλα τα αδέλφια με τις οικογένειές τους μαζευόμαστε στο σπίτι της μεγάλης μας αδελφής και τρώμε όλοι μαζί, σαν τυπική Ελληνική παραδοσιακή οικογένεια».

Σκέφτηκα πόσο όμορφο είναι, ότι ενώ είναι και οι δύο με διεθνές κύρος, κρατήσανε μέσα τους τις πραγματικές αξίες.

 

Μίλησαν στην Ελισάβετ Μιτσού