Παρευρεθήκαμε την Παρασκευή το βράδυ -ως παλιοί κάτοικοι κι εμείς-, στην συνάντηση που οργάνωσαν οι Παλιοί Καλαμακιώτες.
Το ραντεβού ήταν στον Ναυτικό Όμιλο Καλαμακίου για φαγητό, κρασάκι και ουζάκι και η βραδιά έκλεισε πίνοντας ποτά στο Witzwort. Οι συναντήσεις αυτές, γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, μιας και κρατάμε στενούς δεσμούς μεταξύ μας. Πρόκειται για τρίτης, τέταρτης και μερικές φορές ακόμη και πέμπτης γενιάς οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στην πόλη μας, όταν το Καλαμάκι ήταν πολύ διαφορετικό από ότι είναι σήμερα. Τότε που ακόμη, όλοι γνωριζόντουσαν μεταξύ τους. Βγαίνοντας από το σπίτι μας γνωρίζαμε και χαιρετούσαμε όλους όσους συναντούσαμε. Τότε που το Καλαμάκι είχε διώροφα σπίτια με μεγάλους κήπους. Κήπους που ήταν γεμάτοι λεμονιές, φυστικιές και λουλούδια.
.jpg)
Και τι δεν θυμηθήκαμε την Παρασκευή στην συνάντησή μας. Με νοσταλγία θυμηθήκαμε τους παλιούς μας δασκάλους, τον «κύριο» Θεοδωρόπουλο, την «κυρία» Χαλκιά, την «κυρία» Ευγενία.
Τον χειμώνα, το πρωί πηγαίναμε σχολείο και το απόγευμα ατελείωτο παιχνίδι σε σπίτια συμμαθητών, ή φίλων στην γειτονιά. Την Καθαρά Δευτέρα πετούσαμε τον αετό μας στο λοφάκι του Αγίου Νικολάου, όπου υπήρχε μόνο το μικρό εκκλησάκι και τίποτα άλλο τριγύρω.
Τα καλοκαίρια, οι τρεις μήνες διακοπή από το σχολείο, περνούσαν τόσο γρήγορα. Καθημερινό μπάνιο, κατεβαίνοντας τα σκαλάκια στον «Ζέφυρο», βόλτες με κανό, να βγαίνουμε από τη θάλασσα με ρυτιδιασμένα χέρια, μωβ χείλη και τρέμουλο σε ολάκερο το σώμα και τυλιγμένοι μετά σε μια πετσέτα, να τρώμε ψωμί και ντομάτα. Κατάμαυροι από τον ήλιο, «μαυροτσούκαλα» και να σκάβουμε στην άμμο πηγαδάκια που μας τα χάλαγε το κύμα. «Να γυρίσετε μέχρι τις τρεις για να φάμε» ήταν οι οδηγίες που είχαμε από την μαμά και γυρνούσαμε στο σπίτι με το μαγιό, χωρίς να χρειάζεται να ντυθούμε. Με το ζόρι μετά ο μεσημεριανός ύπνος και το απόγευμα ατελείωτο παιχνίδι στα γειτονικά σπίτια με μόνο διάλειμμα η φωνή της μαμάς « έλα, σου έχω φτιάξει ψωμί βρεγμένο με ζάχαρη» ή, «έλα, σου έχω φτιάξει αυγό χτυπητό με ζάχαρη». Γόνατα μονίμως γδαρμένα από το πέσιμο από το ποδήλατo.

Το βράδυ, βόλτα με τους γονείς για παγωτό κασάτο ή υποβρύχιο βανίλια στην ΕΒΓΑ του Κριμπένη και η επιστροφή στο σπίτι με τις μυρωδιές στο δρόμο από γαζία και νυχτολούλουδο και το ψιθύρισμα στην επιστροφή γιατί «είναι αργά και ο κόσμος κοιμάται», μιας και τα παράθυρα έμεναν ανοιχτά όλη την νύχτα. Ο γείτονας, με την κλασική άσπρη φανέλα, να κάθεται στο μπαλκόνι γιατί «έχει πολύ ζέστη απόψε». Δίπλα του η γυναίκα του, με το νυχτικό και την βεντάλια στο χέρι να κάνει αέρα, ενώ οι γρύλοι και τα τριζόνια να είναι οι μόνοι ήχοι που ακουγόντουσαν μέσα στη νύχτα.
Αργότερα ως έφηβοι, πάστα Serano, ή παγωτό Chicago το απόγευμα στην “Sabrina”, ή, ραντεβού με τους συμμαθητές στο εκκλησάκι του Αγ. Νικολάου για να βλέπουμε τα αεροπλάνα να προσγειώνονται στους διαδρόμους του αεροδρομίου του Ελληνικού. Το Σάββατο βράδυ κάναμε την καθιερωμένη βόλτα στο λούνα παρκ “Rodeo” της παραλίας, ή στο σινεμά της γειτονιάς το «Αχίλλειο».
.jpg)
Όλα αυτά και πολλά άλλα θυμηθήκαμε την Παρασκευή το βράδυ στην συνάντησή μας, νοιώθοντας ο ένας για τον άλλον βαθιά συναισθήματα, σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Γιατί οι φιλίες των παιδικών χρόνων, μένουν ανεξίτηλες στον χρόνο.
Η βραδιά τελείωσε στο «μπαράκι των Γερμανών», στο Witzwort.
Ραντεβού στην επόμενη συνάντηση φίλοι μου!
Ελισάβετ Μιτσού
