Αναμνήσεις

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στο Κτήμα Τραχώνων και τον Άλιμο

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στο Κτήμα Τραχώνων και τον Άλιμο

Ο Μηνάς Κασιτσέρες μοιράστηκε μέσω του Facebook κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο «Το κουταλάκι όμως δεν έσπασε…» του Γεωργίου Γερουλάνου που αναφέρεται στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Άλιμο.

Όπως αναφέρεται στο απόσπασμα που παραθέτει, στο Κτήμα Τραχώνων «πέρασαν» Έλληνες στρατιωτικοί, Άγγλοι, Αμερικανοί κλπ. Ο Γεώργιος Γερουλάνος ήταν παιδί τότε και αργότερα, κατέγραψε όλες αυτές τις αναμνήσεις.

Ο Μηνάς Κασιτσέρες τις «έφερε στην επιφάνεια» και μέσω των αποσπασμάτων αυτών μας προσφέρει μία ματιά στο πώς βίωσε ο Άλιμος τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα αποσπάσματα:

Για εμάς τα παιδιά ο πόλεμος ήταν μάλλον διασκέδαση, καθώς δεν είχαμε τις ανησυχίες των μεγάλων, δεν μας τις περνούσαν άλλωστε. Αεροπλάνα, κανόνια, βόμβες, τι πιο ενδιαφέρον· με καμάρι σηκώναμε στο σπίτι τη σημαία στον μεγάλο ιστό κάθε φορά που ο στρατός μας κέρδιζε μια νίκη στην Αλβανία. Με τη σούστα πηγαίναμε στην Αργυρούπολη να το πούμε και στους άλλους, γιατί δεν είχαν ακόμα τηλέφωνο εκεί. Χαρά, φωνές, σημαίες, καμπάνες. Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος του ‘40 ήρθαν οι στρατιωτικοί και πήραν τα γερά άλογα και μεγάλο αριθμό προβάτων: για την Πατρίδα και τον στρατό που πολεμούσε· δεν πήραν ωστόσο τα αποθέματα των σιτηρών που προορίζονταν για σπορά.

Όταν τα «σύννεφα του πολέμου πλησίαζαν, όπως έλεγε ο πατέρας, έφτιαξε ένα καταφύγιο κοντά στο σπίτι. Το κτήμα ήταν πολύ κοντά στο αεροδρόμιο και το σπίτι δέσποζε στην περιοχή. Του άλλαξαν το χρώμα να μη φαντάζει κάτασπρος όπως ήταν. Το καταφύγιο ήταν ένα τσιμεντένιο κατασκεύασμα με δύο σιδερένιες πόρτες που σφήνωναν με κάτι μεγάλα χερούλια από έξω και από μέσα. Όταν χτυπούσαν οι σειρήνες (είχαμε κι εμείς μια στην ταράτσα που την έφερε το ‘40, αλλά δεν χτύπησε ποτέ διότι δεν είχαμε ρεύμα), όλοι πηγαίναμε στο καταφύγιο, όλα τα παιδιά τού κτήματος. Ήταν εξοπλισμένο με κρεβάτια τριώροφα, εμείς όμως δεν θέλαμε να πάμε, επειδή χάναμε το θέαμα των φωτοβολίδων και τις αερομαχίες. Εκεί έμπαιναν οι μανάδες με τα πιο μικρά παιδιά, ενώ ο πατέρας και οι άντρες καλύπτονταν σε μικρότερο καταφύγιο στο λόφο. Είχε μεγάλα ανοίγματα για να βλέπουν, γιατί υπήρχε φόβος από τους κλέφτες αλλά και από πυρκαγιές στα σπαρτά ή στις αποθήκες. Οι φωτοβολίδες καμιά φορά έπεφταν, ακόμα αναμμένες, στο έδαφος. ήξεραν όμως πώς τις έριχναν, πάντα προς τη φορά του ανέμου, ώστε να φωτίζουν το αεροδρόμιο από πολύ ψηλά.

Το χειμώνα του ‘40 δημιουργήθηκε η “Φανέλα του Στρατιώτη”. Όλες οι γυναίκες στο κτήμα έπλεκαν κασκόλ, κάλτσες, γάντια και χοντρά πουλόβερ. Όταν τα πλεκτά τα μάζευε η μητέρα και τα παρέδιδε στη «Φανέλα». Ήθελα κι εγώ να πλέξω για τα φανταράκια μας, γι’ αυτό μου έδωσαν δύο χοντρές βελόνες και μου έδειξαν με μεγάλη υπομονή τι να κάνω. Το μόνο που κατάφερα ήταν να μπλέξω το νήμα και να δημιουργηθούν οι πιο ωραίοι και πολύπλοκοι κόμποι. Είχε άδοξο τέλος η προσπάθειά μου, κι έτσι περιοριζόμουν να κουβαλώ με υπερηφάνεια τα πακέτα, που ήταν πολλά. Η μητέρα είχε αναλάβει να οργανώσει την «φανέλα του Στρατιώτη» στην ευρύτερη περιοχή των Τραχώνων. Έφερνε σε μας τα πλεκτά από την Αργυρούπολη, το Ελληνικό, τα Σούρμενα και από πιο πέρα ακόμα· γέμιζε η σούστα.

Ένα πρωί, όλοι ήσαν σκυθρωποί και ανήσυχοι. Τρέχανε, μάζευαν πορσελάνες, ασημικά. Οι γέροι εργάτες του κτήματος -οι νέοι είχαν φύγει για το μέτωπο- έκρυβαν προμήθειες, στάρι, λάδι κ.λπ. Ένα παλιό φορτηγό, Ford νομίζω, με περίεργα φτερά το έκρυψαν στον αχυρώνα. Αχρήστευσαν την παλιά καμπριολέ Studebaker. Όταν ρωτούσαμε τι γίνεται, μόνο μιαν απάντηση λαβαίναμε: «πάψτε, έρχονται οι Γερμανοί», πράγμα που ακουγόταν σαν μπαμπούλας για μας. Το ίδιο απόγευμα πέρασαν από πάνω μας κάτι τεράστια αεροπλάνα με τρομερό θόρυβο, πολύ πιο μεγάλα από κάποια ιταλικά που βομβάρδισαν τη θάλασσα έξω από τον Άγιο Κοσμά, τον Άλιμο, ή τα αγγλικά Sptifire.

Δυο-τρεις μέρες μετά ήρθαν οι Γερμανοί στο κτήμα. Τρομάρα εμείς. Κρυφτήκαμε πίσω από τους θάμνους στο μικρό ρέμα και κοιτούσαμε με το στόμα ανοιχτό. Έφεραν κάτι τεράστια κανόνια, «των 88΄», όπως τα έλεγαν, που τα έσερναν οκτώ άλογα τα οποία μας φάνηκαν θεόρατα σαν ελέφαντες. Στην εποχή μας τέτοια άλογα βλέπεις στο Μόναχο να σέρνουν άμαξες φορτωμένες μπίρα. Για μας, τα παιδιά, αυτό ήταν κάτι νέο, θέαμα προς εξερεύνηση. Άραγε αυτά τα θηρία μπορεί να τα καβαλικέψεις, κλωτσάνε ή δαγκώνουν, όπως τα δικά μας; Εγώ πάντως έφαγα μια κλωτσιά και ο Νίκος μια δαγκωνιά στο στήθος.

Επικεφαλής των Γερμανών ήταν ένας νευρικός αξιωματικός με το πιστόλι στο χέρι, που όλο φώναζε, και χωρίς να ρωτήσει κανέναν έβαλε τα άλογά του στους στάβλους. Βρήκαν το φορτηγό και το πήραν καθώς και την χαλασμένη Studebaker· κάτι είπε και για το σπίτι. Μόνο όταν ο πατέρας μίλησε γερμανικά κάπως μαλάκωσε, αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να καταλάβει το μισό σπίτι καθώς και διάφορα άλλα οικήματα μέσα στο κτήμα. Ό,τι και να έκανε, όπου και να πήγαινε, το πιστόλι το κρατούσε στο δεξί χέρι. Εμείς αναρωτιόμαστε, όταν θέλει «πιπί» του ή όταν πάει για φαΐ όλα με το αριστερό τα κάνει; Σταμάτησε στο εκκλησάκι, διέταξε να το ανοίξουν. Όλοι οι στρατιώτες έβγαλαν τα κράνη τους όταν μπήκαν, αυτός όχι. Έψαξαν κάθε γωνιά, δεν ξέρω γιατί, έψαξαν επίσης και όλο το κτήμα, αλλά ευτυχώς δεν βρήκαν τα στάρια και τα ασημικά γιατί αυτά τα είχαμε κρύψει στο χώμα.

Όλα τα παιδιά είχαμε ανησυχία και περιέργεια για τους Γερμανούς, επιτέλους τι σόι άνθρωποι ήταν; Ευτυχώς, εκτός από τον φωνακαλά αξιωματικό, οι άλλοι ήταν καλοί, οι περισσότεροι ήταν χωριατοπούλα, όπως έλεγαν. Είχαν και έναν επιλοχία με μαύρο μουστάκι, που όταν μας έβλεπε -είμαστε και πολλά παιδιά τότε στο κτήμα- μας χάιδευε. «Δεν είμαι Γερμανός, Αυστριακός είμαι», έλεγε. Το μόνο που μας κόστισε ήταν ότι μας απαγόρευαν το βράδυ να βγαίνουμε και έτσι χάσαμε το αγαπημένο μας παιχνίδι, το κρυφτό της νύχτας. Πες, πες, στο τέλος μας άφησε ο επιλοχίας, αλλά μόνο κοντά στο σπίτι, όχι στον λόφο. Κάποια στιγμή ερχόταν και μας έστελνε όλους στο σπίτι, γιατί τους ζάλιζαν οι φωνές μας.

Τότε άρχισαν τα δύσκολα. Το κτήμα έπρεπε να θρέψει και τους Γερμανούς, κόπηκαν τα έσοδα, ενώ κρυφά μόνον έφευγαν διάφορα λαχανικά, πουλερικά και ψωμί για την Αθήνα. Τα πρόβατα τα είχαν μετρήσει, και δίνανε στον πατέρα κάποιο χαρτάκι, όταν έσφαζαν για το φαΐ τους κάποιο πρόβατο ή κότες. Η μητέρα με δύο γυναίκες εργατών του κτήματος μαγείρευε για όλο τον κόσμο. Το ίδιο φαγητό για όλους. Ζώντας βέβαια στο κτήμα, δεν μπορώ να πω ότι πεινάσαμε, πάντα κάτι υπήρχε. Πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα για τους μεγάλους, δεν μπορώ να πω. Ποτέ δεν μας μίλησαν για αυτά τα δύσκολα χρόνια του πολέμου οι γονείς μας. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, τα έσβησαν από τη μνήμη τους· αυτό ήθελαν να μας δείξουν. Περασμένα, ξεχασμένα. Ιταλοί δεν πέρασαν από το κτήμα, όλα τα πόστα γύρω από το αεροδρόμιο τα κρατούσαν οι Γερμανοί.

Κατά βάθος, οι Γερμανοί που πέρασαν από το κτήμα δεν ήσαν κακοί· όπως είπα, ήταν χωριατόπουλα, και τους ένοιαζαν τα άλογα πιο πολύ από κάθε άλλο. Όταν άρχισαν να τα μαζεύουν για να φύγουν, έγιναν πιο δύσπιστοι, πιο επιφυλακτικοί. Φοβόμασταν πολύ, ιδίως κάτι μοτοσικλετιστές που τριγύριζαν έχοντας κρεμασμένη με αλυσίδα στο στήθος μία μεταλλική ταμπέλα.

Όλο φώναζαν και μας προγκούσαν. Ένας από αυτούς κάποια φορά κάτι ζήτησε αλλά δεν το κατάλαβαν, έβγαλε τότε το οπλοπολυβόλο και άρχισε να πυροβολεί. Χτύπησε τον κυρ-Κώστα τον φύλακα στον μηρό και τον κυρ Σπύρο· ο τελευταίος ήταν τυχερός, γιατί όπως έτρεχε, έφαγε δύο σφαίρες: μία ξυστά στην πλάτη και μία άλλη στην κοιλιά. Έπεσε κάτω, τον νόμισε νεκρό. Φώναζε και πυροβολούσε συνεχώς. Είχαν όλοι ξαφνιαστεί, ακόμα και οι Γερμανοί στρατιώτες.

Μερικές φορές κάποια αεροπλάνα γυαλιστερά με έναν έλικα έρχονταν με μεγάλη ταχύτητα από το βουνό. Έβγαιναν από τη χαράδρα ανάμεσα στον Υμηττό και το Μαυροβούνι, στο Γύρισμα. Πυροβολούσαν στόχους στο αεροδρόμιο και χάνονταν στη θάλασσα και δεν πρόφταιναν να σημάνουν οι σειρήνες. Αυτά τα βλέπαμε από μακριά, δεν ερχόταν προς εμάς. Μετρούσαμε τις φωτιές, τις εκρήξεις και τους μαύρους καπνούς μέσα και γύρω από το αεροδρόμιο. Μία φορά φωνάζαμε τόσο πολύ, που ένας Γερμανός μας χαστούκισε άσχημα· μας έσωσε όμως η Ρουμάνα κυρά-Μαρία πού ήξερε κάτι λίγα γερμανικά. (σ. 169-179).

[….]

Παρ’ όλο που οι Τράχωνες δεν ήταν ούτε ένα χιλιόμετρο μακριά από το αεροδρόμιο, δεν μας βομβάρδισαν ποτέ. Τόσο ακριβείς ήταν οι επιθέσεις των Συμμάχων. Μόνο δύο βόμβες έπεσαν κοντά στην εκκλησία ένα βράδυ, που ξέφυγαν από ένα αεροπλάνο που χτυπήθηκε από τα κανόνια του κτήματος. Ήταν απόλυτα πληροφορημένοι οι σύμμαχοι για τη θέση των στόχων, παρόλο που οι Γερμανοί άλλαζαν κάθε τόσο τις θέσεις των κανονιών, αφήνοντας ξύλινα στη θέση των παλαιών· όμως παρ’ όλα αυτά την άλλη νύχτα ήξεραν οι Σύμμαχοι ακριβώς πού ήταν οι νέες θέσεις.

Ένα απόγευμα, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, γέμισε ο ουρανός χαρτάκια, που έπεσαν αργά στο έδαφος, καμιά φορά πιο γρήγορα όταν ήταν πάκα. Τρέχαμε εδώ και εκεί στον λόφο, στο αλώνι, παντού. Ήταν χρήματα, χάρτινες τουρκικές λίρες. Κάποιο καράβι είχε ανατιναχθεί στον Πειραιά φορτωμένο με αυτά. Για πολύ καιρό παίζαμε με αυτά. Ήταν ένα είδος ανταλλάξιμο.

Με τους βομβαρδισμούς κάθε μέρα γέμιζαν οι Τράχωνες από κάτι ασημένια πράγματα, που έμοιαζαν με τη λαμέτα που στόλιζαν οι γονείς το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα μαζεύαμε προσεκτικά και τα δίναμε στη μητέρα· στόλισαν εκείνη τη χρονιά το δέντρο με αυτά. Γυάλιζαν πιο πολύ από τα παλιά που είχαμε, στο φως των κεριών, ήταν και και πιο ελαφριά. Η ζέστη των κεριών που ανέβαινε ψηλά τα κουνούσε. Νόμιζες το δέντρο ήταν ένα ωραίο κυπαρίσσι που σου μιλούσε, που έστειλε κάποιο μήνυμα. «Καλός οιωνός», έλεγε η μητέρα, «τελειώνει ο πόλεμος».

«Τα ρίχνουν οι Σύμμαχοι για να μπερδεύουν τους Γερμανούς», έλεγαν, «έτσι που γυαλίζουν ψηλά στον ουρανό, νομίζουν ότι είναι αεροπλάνα και σημαδεύουν αυτά με τα κανόνια». Δεν ξέραμε τότε ακόμα το ραντάρ.

Στον ουρανό, γύρω από τα πιο μεγάλα αεροπλάνα πετούσαν μερικά πιο μικρά. Γίνονταν άγριες αερομαχίες. Όταν έλειπε ο πατέρας, καθόμασταν κρυφά και τα βλέπαμε, καμιά φορά έπεφταν κάτω βγάζοντας καπνό.

Κάποια μέρα ήρθε ένας επιλοχίας στον πατέρα και συζήτησαν για πολλή ώρα, και τότε όλο το προσωπικό άρχισε να φορτώνει βόμβες που ήταν κρυμμένες κάτω από τις ελιές: τις μετέφεραν πιο κάτω σε ελεύθερο χώρο όπου τους ανατίναξαν οι Γερμανοί. Είχε αρχίσει πια υποχώρησή τους και έπρεπε να καταστρέψουν το πολεμικό υλικό. Ο επιλοχίας λυπήθηκε τις μεγάλες ελιές, δεν θα έμενε καμιά, γι’ αυτό μετέφεραν τις βόμβες μακριά. Τότε το κτήμα έχει γεμίσει τεράστια θραύσματα βομβών. Κάποτε θα γίνουν αρχαιολογικά ευρήματα και θα αναρωτιούνται οι αρχαιολόγοι τι είναι αυτά τα αντικείμενα. Φαντάζομαι πόσο θα καλπάζει η φαντασία τους.

Όταν μαζευόταν όλο το πολεμικό υλικό που έπρεπε να καταστρέψουν, ο Γερμανός επιλοχίας έλεγε στον πατέρα πότε θα τα τίναζαν στον αέρα και πόσες ανατινάξεις θα έκαναν. Έτσι, λίγο πριν, όλοι κρυβόμαστε στο καταφύγιο, εμείς τα παιδιά, σε αυτοσχέδιο καταφύγιο οι μεγάλοι.

Ήταν τόσο ισχυρές οι εκρήξεις, όπως ο δυνατός σεισμός, ενώ συγχρόνως έπεφταν από τον ουρανό τα θραύσματα σαν βροχή. Μία φορά ειδοποίησε ο Γερμανός ότι θα κάνει δέκα ανατινάξεις. Μετρούσαμε τη μία μετά την άλλη και λίγη ώρα μετά τη δεκάτη βγήκαμε. Πρώτη δουλειά όλων ήταν να καθαρίσουμε το σπίτι από τους σοβάδες που είχαν ξεκολλήσει από τους τοίχους και τα ταβάνια, αλλά την ώρα που σκουπίζαμε το μικρό δωμάτιο ραπτικής έγινε μία νέα έκρηξη. Σείστηκε το σπίτι ολόκληρο. Όπως στεκόμουν στο μέσον του δωματίου, μου πέφτει στο κεφάλι η γυψινη ροζετα που ήταν στο μέσον του ταβανιού, το διακοσμητικό για τη λάμπα αν είχαμε ηλεκτρικό. Όλοι γελούσαν με το πάθημα μου, ενώ εγώ ήμουν περήφανος, γιατί είχα γίνει «θύμα πολέμου». Δυστυχώς με τη φασαρία δεν ακούσαμε τη βροχή από τα θραύσματα, και μερικά ήταν και πολύ μεγάλα. Κατά λάθος είχαν ανατιναχτεί τορπίλες και νάρκες και το περίβλημά τους ήταν πιο ελαφρύ τις βόμβες. Ο πατέρας έλεγε αργότερα ότι δεν ήταν τυχαίο το γεγονός, ότι τις έσκασε ο επιλοχίας επίτηδες. Προορίζονταν να τις βάλουν στα αεροπλάνα που κάλυπταν τον Σαρωνικό και την αποχώρηση των Γερμανών. Ο επιλοχίας αυτός ήταν Αυστριακός και λίγο πριν φύγουν από το κτήμα οι Γερμανοί, έφυγε κρυφά κι ενώθηκε με το αντάρτικο του Ζέρβα. Χρόνια μετά έλαβε ο πατέρας ένα γράμμα του στο οποίο εξιστορούσε τη φυγή του και ευχαριστούσε τον πατέρα που που του έδειξε τον δρόμο για το αντάρτικο· επίσης τον ευχαριστούσε για τα τρόφιμα που του έδινε κρυφά.

Ήταν εποχή δύσκολη, τα τρόφιμα λιγοστά, όλοι τα έκρυβαν, όσο και να έψαχναν οι Γερμανοί δεν τα έβρισκαν ακόμα και στο νερό έριχναν χρώμα, συνήθως λουλάκι, για να μην μπορούν να το να το πιουν οι Γερμανοί. Πολύ καιρό μετά τα πηγάδια είχαν χρωματιστό νερό αλλά εμείς που ξέραμε από τι είναι το πίναμε, γιατί το το λουλάκι διαλύεται γρήγορα και δεν είναι δηλητήριο· πιο μπλε ήταν το νερό του υδραγωγείου. Κάποτε ένας Γερμανός θύμωσε τόσο, που τράβηξε μία χειροβομβίδα και την έριξε μέσα. Ήταν όμως πολύ γερά χτισμένο, που μόνο μικρές ζημιές έπαθε. (σ. 180-183).

[….]

Όταν χιόνισε τον χειμώνα του 1943, για μας τα παιδιά ήταν το ωραιότερο δώρο, είχαμε ξετρελαθεί, πραγματική γιορτή, ούτε σχολείο ούτε διάβασμα. Όταν το σκέφτομαι σήμερα, φαντάζομαι τι θα τραβούσαν οι γονείς μας, τι πρόσθετες δυσκολίες θα είχαν να αντιμετωπίσουν, αλλά τότε βέβαια δεν σκεφτόμασταν έτσι. Από κάτι παλιά φτερά ενός φορτηγού φτιάξαμε έλκηθρα κι ανεβοκατεβαίναμε τον κατήφορο από το σπίτι στην εκκλησία. Φτιάξαμε χιονάνθρωπους πιο μεγάλους από το μπόι μας. Μας βοηθούσαν και οι Γερμανοί φαντάροι, συνηθισμένη αυτοί από χιόνια. Λιγόστευε όμως το φαγητό, αφού όλα ήταν σκεπασμένα, αλλά αυτό δεν μας άγγιζε εμάς, ζέστη είχαμε όλοι στο σπίτι. Ξύλα υπήρχαν άφθονα στο κτήμα, τζάκια και μαγκάλια ήταν όλα αναμμένα. Διασκεδάζαμε πολύ όταν έφτιαξαν ένα ξύλινο κατασκεύασμα, σαν βέλος, που το τραβούσε ένα άλογο. Άνοιγαν δρόμο να περάσουν τα πρόβατα που είχαν αποκλειστεί στο «χωριό», αλλά και να περάσουν τα κάρα με το σανό και πυρήνα για την τροφή τους. Για να βαρύνει αυτό το κατασκεύασμα μας ανέβαζαν όλους επάνω, έτσι εφάπτονταν στον δρόμο και άνοιγε ο διάδρομος.

Στην Αθήνα αυτό το χιόνι έκανε πολύ κακό και διαδόθηκε πώς πέθαναν πολλοί άνθρωποι από το κρύο και την έλλειψη τροφής. Κόπηκαν τότε πολλά δέντρα στον Υμηττό, έγινε «φαλακρός», εκτός από το δάσος της Ηλιούπολης, που το προστάτευε ο γέρο-Νάστος με τους παλικαράδες του. Το κάψαμε σχεδόν όλο σήμερα....

Τα δύο τελευταία χρόνια της Κατοχής το θέαμα στην Αθήνα ήταν τρομερό και δεν είναι δυνατόν να περιγράψω αυτά που βλέπαμε. Άτομα αδύναμα να περπατήσουν, καροτσάκια γεμάτα νεκρούς. Δεν ανεβαίναμε συχνά τότε στην Αθήνα. Μάθημα κάναμε στο κτήμα.

Ένα πρωί ήρθε με τα πόδια από την Ηλιούπολη ένας αντάρτης. Όταν έφτασε στην αυλή, με αγέρωχο ύφος συστήθηκε: «Με λένε σύντροφο Παύλο και είμαι ο φρούραρχός σας, από δω και μπρος θα κάνετε ό,τι λέω εγώ, θα με φωνάζετε “σύντροφε φρούραρχε”». Γυρίζοντας να φύγει είδε το ποδήλατο του Μαρίνου και το καβάλησε λέγοντας: «Κατάσχεται υπέρ του λαού». Γύριζε όλη μέρα στο κτήμα και έδινε εντολές στους εργάτες τι έπρεπε να κάνουν. Έχω την εντύπωση πως κανείς δεν τον άκουγε, αλλά έκαναν τη δουλειά τους όπως ήξεραν και οπότε έπρεπε. Μετά το περιστατικό της καμπάνας εξαφανίστηκε. Τον κατήγγειλε ο κυρ-Δημητρός, ο γελαδάρης, που ήταν δικός τους άνθρωπος, και ο ΕΛΑΣ τον απέσυρε. Άλλη μία φορά ήρθαν Ελασίτες στο κτήμα για να πάρουν πρόβατα. Τους έδιωξε όμως ο κυρ-Δημητρός. Αυτός πάλι έσωσε τον πατέρα, όταν κάποια νύχτα ήρθαν τον πάρουν μαζί με τον Στέφανο· οι υπόλοιποι ήμασταν τότε στην Αθήνα στην κλινική. Αυτά βέβαια έγιναν πριν εγκατασταθούν οι Άγγλοι με τους Ινδούς στο κτήμα, όποτε τη φύλαξη της περιοχής ανέλαβαν αυτοί. (σ. 184-185).

[.....]

Οι μήνες περνούσαν και τα πράγματα δυσκόλευαν. Στο Κατσικοπόδι, εκεί όπου σήμερα συναντά η Αγίου Δημητρίου την Βουλιαγμένης, υπήρχε μπλόκο: Ιταλοί με φτερά και Γερμανοί με κάτι πλάκες στο στήθος μάς κατέβαζαν, έψαχναν τη σούστα και έπαιρναν ό,τι έβρισκαν. Μία μέρα ένας Ιταλός σκότωσε το άλογο με το ντουφέκι γιατί δεν σταμάτησε αμέσως. Ήταν περήφανο ζώο και δεν ήθελε ζόρια. Από τότε σταματήσαμε να ανεβαίνουμε στην Αθήνα· μάθημα μας έκανε ένας δάσκαλος στην Αργυρούπολη. Όλα τα παιδιά του κτήματος μαζεύονταν γύρω του. Έφευγε κάθε μέρα με δύο τσάντες γεμάτες φαγώσιμα. τα πράγματα είχαν δυσκολέψει και στο κτήμα. Τα κανόνια έφυγαν, ήρθαν άλλα μηχανοκίνητα και οι στρατιώτες ήσαν άγριοι. Ο επιλοχίας ήταν όμως εκεί και μας προστάτευε. Παιδιά ήμασταν και κάναμε σκανταλιές.

Μία μέρα ξυπνήσαμε από τρομερούς κρότους. Βγήκαμε έξω και κρυφτήκαμε στο καταφύγιο. Είχαν αρχίσει οι βομβαρδισμοί κι αυτό επαναλαμβανόταν πια κάθε βράδυ. Για μας ήταν θαυμάσιο το θέαμα, δεκάδες φωτοβολίδες που άναβαν στον ουρανό. Η νύχτα γινόταν μέρα, οι στρατιώτες με τους προβολείς ψάχνανε τον ουρανό για αεροπλάνα. Εκρήξεις κάτω από βόμβες, επάνω εκρήξεις από την αεροπορικά, Πόλεμος. Περίπου τότε άρχισαν και οι καθημερινοί βομβαρδισμοί του αεροδρομίου. Μαύριζε ο ουρανός από μικρά στίγματα αεροπλάνων που έφταναν σχεδόν πάντα στις 12:00 το μεσημέρι. Έβγαιναν από τον ήλιο, ίσως για να μη φαίνονται, έριχναν τις βόμβες όλα μαζί από τον Άλιμο ως τα Σούρμενα.

Όταν οι βομβαρδισμοί έγιναν συχνότεροι, ιδίως τη νύχτα, ερχόταν δυο και τρεις φορές αεροπλάνα και βομβάρδισαν το αεροδρόμιο και τα κανόνια που ήταν στους γύρω λόφους, κι εμείς τρέχαμε στο καταφύγιο κάθε φορά. Για να μην αργούμε, στο ντύσιμο βγάζαμε το πουκάμισο μαζί με το πουλόβερ, μία συνήθεια που την επαναλάμβανα και στην κατασκήνωση των προσκόπων κι ἐτσι ήμουν πάντα πρώτος στη γραμμή όταν μας ξυπνούσαν νύχτα για κάποιο παιχνίδι ή για τη σκοπιά.

Οι βομβαρδισμοί είχαν γίνει πια ρουτίνα. Κάθε μεσημέρι στις 12:00 και κάθε νύχτα στις 12:30-1:00 ο πατέρας έπαιρνε τον Μαρίνο μαζί του, που ήταν ο μεγάλος. Ήξερε ο πατέρας ότι τη νύχτα έρχονταν τα αεροπλάνα από το Γύρισμα στα Σούρμενα και το μεσημέρι από την Κούλουρη· οι Τράχωνες έμειναν έξω από το κακό που γινόταν. Όταν έληγε ο συναγερμός και βγαίναμε από το καταφύγιο, όλο μου το μένος από τη ζήλια που ήμουν κλεισμένος ξεσπούσε στο Μαρίνο. (σ. 186-187).

[....]

Κάποια φορά μας φίλεψαν φακές, γιατί δεν τις παρήγαγε το κτήμα. Κυριακάτικο φαγητό το έκανε η μητέρα. Μόλις είχαμε σερβιριστεί όλοι στο μεσημεριανό τραπέζι, άρχισε να τρέμει η γη. «Όλοι έξω», φώναξε ο πατέρας, «σεισμός». Βγήκαμε όλοι τρέχοντας. Μόλις βγήκαμε στην ταράτσα είδα ότι ήταν μεγάλος βομβαρδισμός του αεροδρομίου. Τεράστιες φωτιές και καπνός φαίνονταν στον ορίζοντα. Από τον Άλιμο ως τα Σούρμενα. Γι’ αυτό διέταξε να μπούμε αμέσως στο καταφύγιο. Πάλι πίσω τρεχάλα στο καταφύγιο. Όταν όλα ησύχασαν και ακουγόταν μόνον εκρήξεις και σειρήνες, ακουστικά εγώ κλαίγοντας να λέω: «Και οι φακές μου τώρα τι θα γίνουν;». Έγινε παροιμιακή η φράση μου αυτή. Όλοι αγωνιούσαν τι θα απογίνουν με ένα τόσο φοβερό βομβαρδισμό, εγώ έκλαιγα για τις φακές!

Μέχρι τότε έρχονταν τη νύχτα αγγλικά αεροπλάνα, αλλά καμιά φορά και την ημέρα μεμονωμένα. Χτυπούσαν επιλεγμένους στόχους. Από εκείνη την ημέρα όμως άρχισαν να έρχονται οι Αμερικάνοι σε μεγάλα σμήνη· μαύριζε ο ουρανός κάθε μεσημέρι. Μπορούσες να φτιάξεις την ώρα στο ρολόι σου, όπως έλεγαν, τόσο ακριβείς ήταν. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο στο Χασάνι. Άρχισαν από τον Άλιμο και έφταναν στα Σούρμενα σε όλο το πλάτος του αεροδρομίου. Όταν άρχιζε ο βομβαρδισμός, σειόταν ο τόπος, έμοιαζε με σεισμό πολλών ρίχτερ.

Τότε ήταν που αποκτήσαμε κάτι ξανθούς «τσοπάνηδες»· ένας μάλιστα ήταν τεράστιος και κοκκινοτρίχης. «Μην τους μιλάτε, μόνο νοήματα να τους κάνετε», μας έλεγαν, «είναι κωφάλαλοι». «Παράξενο! τόσο πολλοί κουφοί και μουγκοί», αναρωτιόμασταν, «πόλεμος γίνεται όμως, όλα να τα περιμένεις». Μετά μάθαμε ότι ήταν Άγγλοι ή Αμερικανοί πιλότοι, που είχαν πέσει με αλεξίπτωτο και τους κρύβαμε. Καλύτερη κρυψώνα δεν γινόταν: μέσα στην καρδιά μιας μεγάλης μονάδας Γερμανών. Ένας από αυτούς, Αυστραλός πάστορας, ήρθε μετά από χρόνια με τη γυναίκα του και με μία κόρη του να μας δει. (σ. 188-189).

[....]

Ένα μεσημέρι ανεβήκαμε όλοι στις άμαξες και στη σούστα και κατεβήκαμε στον Άλιμο. Είχαν φύγει πια Γερμανοί και δίπλα στα λουτρά του Αλίμου άραξε ένα αποβατικό. Τι έκπληξη! «Β.Π. Λήμνος» νομίζω το έλεγαν. Έβγαλε στρατό, τανκς, κανόνια, τζιπ. Ενθουσιασμός, φωνές, αγκαλιἀσματα, κουνούσαμε σημαιάκια. Όλο το υλικό μεταφέρθηκε δίπλα στο αεροδρόμιο. (σ. 189).

 

Φωτογραφία: Σελίδα 174 και 175 του βιβλίου απο τον βομβαρδισμό του πρώην αεροδρομίου στο Ελληνικό.