"Τα καλύτερα μπάνια είναι του Σεπτέμβρη" φώναξε η εικοσάχρονη Μαρία στην παρέα της βγαίνοντας από τη θάλασσα, αφού είχε απολαύσει το μπάνιο της.
Μόλις ξυπνούσε ετοιμαζόταν γρήγορα και έφευγε από το μικρό σπίτι στην οδό Ζαλόγγου και αφού διέσχιζε το κτήμα με τα αμπέλια που τα σταφύλια τους χρύσιζαν στο πρωινό φως και έφτανε στην άκρη του που ήταν γεμάτη με πικροδάφνες, άνοιγε το πορτάκι της συρμάτινης περίφραξης και κατέβαινε στη παραλία από μία ξύλινη σκαλίτσα με έξι σκαλοπάτια, τοποθετημένη εκεί γιά όλο το καλοκαίρι. Ανυπομονούσε να συναντήσει την παρέα της . Τότε όλα τα κτήματα στον Άλιμο έφταναν μέχρι την θάλασσα . Μετά ''τα πήρε ο δρόμος ''.
Από τις αρχές του Ιούνη μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη κάθε ημέρα ήταν γιορτή γιά τη νεανική συντροφιά που συναντιόνταν για τα μπάνια στην παραλία του Αλίμου.
Φορώντας τα ολόσωμα μπανιερά τους αγόρια και κορίτσια κολυμπούσαν , έπαιζαν με την μπάλα τους και όταν έβγαιναν έξω από τη θάλασσα έψαχναν ανάμεσα στα πολύχρωμα μεγάλα βότσαλα να βρουν μικρές πλατιές πέτρες ή κομμάτια από σπασμένα κεραμίδια λειασμένα από τα αγγίγματα των κυμάτων .
Τότε ο ένας δίπλα στον άλλο άρχιζαν τον συναγωνισμό ποιανού η πέτρα θα φτάσει πιό μακριά. Ρίχνοντας με τεντωμένο και πλαγιαστό το χέρι έκαναν τις πέτρες να αναπηδούν πάνω στη θάλασσα σαν μικρά χελιδονόψαρα! Γελούσαν τα νιάτα στην ανεμελιά του καλοκαιριού.
Δύο μέτρα πιό ψηλά από την αμμουδιά ήταν η ταβέρνα που έβρισκαν πάντα φρέσκα ψάρια οι πελάτες, τα οποία έπιανε στα δίχτυα με την βάρκα του ο ιδιοκτήτης. Τα ολόφρεσκα λαχανικά και φρούτα τα προμηθευόταν καθημερινά από τα περιβόλια της περιοχής η οποία είχε πάρα πολλά πηγάδια που έβγαζαν άφθονο νερό.
Είχε και εξαιρετικό κρασί η ταβέρνα ! Ρετσίνα Μεσογείτικη!
Κάθε Σεπτέμβρη ο ιδιοκτήτης κατέβαζε από το πλάι της ταβέρνας που υπήρχε κατωφέρεια που έφτανε στην παραλία, το μεγάλο δρύινο βαρέλι. Αφού το καθάριζε, το άφηνε να στεγνώσει για να υποδεχθεί το καινούριο γιοματάρι.
Εκτός από τα τραπέζια που είχε έξω από την ταβέρνα του, κάτω από τέντες στηριγμένες σε ψηλούς ξύλινους πασσάλους, κατέβαζε και τραπέζια κάτω στην αμμουδιά για τους πελάτες που ερχόντουσαν το βράδυ.
Την ημέρα οι κολυμβητές έπαιρναν τις ψάθινες καρέκλες και τις σκόρπιζαν στην παραλία για να αφήνουν τα ρούχα τους και για να κάθονται. Από εκεί μπορούσαν να δούν τις διώροφες επαύλεις
με τις σκεπές από κεραμίδια και με τους μεγάλους κήπους που απλώνονταν κατά μήκος λίγο πιό πάνω από την παραλία. Μία έπαυλη ξεχώριζε από μακριά με τον μεγάλο γυάλινο θόλο της που αντανακλούσε το φως του ήλιου.
Τις Κυριακές που η παραλία και η ταβέρνα είχαν περισσότερο κόσμο κατέβαινε από την Αθήνα πλανόδιος φωτογράφος για να απαθανατίσει ζευγάρια και παρέες κολυμβητών σε χαρούμενες στιγμές .
Ασπρόμαυρες φωτογραφίες κράτησαν περασμένων ανθρώπων την ανάμνηση!
Ο χρόνος! Τόσο μακρινός, αλλά της φαντασίας τα κύματα τον φέρνουν στο σήμερα με αφορμή μία φωτογραφία .
Σεπτέμβρης 1929 είχε γράψει με ανεξίτηλη μελάνη πίσω από τη φωτογραφία η θεία Μαρία...
Κείμενο: Μπέττυ Δρακάκη
Φωτογραφία: Αρχείο Δρακάκη
